Ενα αξεχαστο τριήμερο στην γη της Απαγγελίας (Καλαμπάκα) για το πατημα των σταφυλιων στην φιλόξενη φάρμα του Χρήστου Πεντεδήμου!
Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011
Σάββατο 13 Αυγούστου 2011
Κυριακή 31 Ιουλίου 2011
Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011
στα μικρά η φύση ειναι μεγίστη....
καλό καλοκαίρι φιλαράκια, πολλά μπάνια, καλό φαγητό και πολλή διασκέδαση....
σήμερα η κόρη μου πάτησε εναν αχινό και μισή μέρα βγάζαμε αγκάθια...μιας λοιπόν και με ταλάιπώρησε αυτό το μικρό ζωντανο, αποφασισα να μάθω λεπτομέριειες για την υπαρξή του..Να τις μοιραστούμε????
ΑΧΙΝΟΣ
Ζει σε όλα τα θαλάσσια βάθη από τις ακτές μέχρι τους ωκεανούς. Κατοικεί μέσα στην άμμο ή μέσα σε τρύπες, που ανοίγει μόνος του στα βράχια. Ο αχινός σκεπάζεται με ασβεστολιθικό όστρακο, περίπου σφαιρικό, που η διάμετρός του είναι 8 - 10 εκ. Εξωτερικά έχει μεγάλα και δυνατά αγκάθια, χρώματος μαύρου. Το χρώμα του είναι μαύρο ή καστανό. Έχει μασητική συσκευή, που προεξέχει ελαφρά από το στόμα, με κινητά δόντια, που στηρίζονται σε πολύπλοκο σύστημα οστών και μυών και ονομάζεται "λύχνος του Αριστοτέλη".
Χωρίζεται σε φύλα, αρσενικό και θηλυκό. Πολλαπλασιάζεται με αβγά, που είναι πολύ μικρά και γονιμοποιούνται μέσα στο θαλασσινό νερό σε προνύμφες. Ο κοινός αχινός της Μεσογείου, "παρακεντρωτός ο ωχρός", ζει μέσα σε ρωγμές του πυθμένα, καμουφλαρισμένος κάτω από τις πέτρες, για να αποφεύγει τους εχθρούς του και να παραμονεύει τη λεία του. Το εσωτερικό του σώματός του αποτελείται από μια μεγάλη κοιλότητα, γεμάτη υγρό, με τα διάφορα όργανά του. Έχει "βαδιστικούς ποδίσκους" που διογκώνονται από ένα αιματώδες υγρό, για να τον βοηθούν να μετακινείται.
ΓΕΙΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΟΧΉ ΣΤΟΥΣ ΑΧΙΝΟΥΣ!!!
σήμερα η κόρη μου πάτησε εναν αχινό και μισή μέρα βγάζαμε αγκάθια...μιας λοιπόν και με ταλάιπώρησε αυτό το μικρό ζωντανο, αποφασισα να μάθω λεπτομέριειες για την υπαρξή του..Να τις μοιραστούμε????
ΑΧΙΝΟΣ
Ζει σε όλα τα θαλάσσια βάθη από τις ακτές μέχρι τους ωκεανούς. Κατοικεί μέσα στην άμμο ή μέσα σε τρύπες, που ανοίγει μόνος του στα βράχια. Ο αχινός σκεπάζεται με ασβεστολιθικό όστρακο, περίπου σφαιρικό, που η διάμετρός του είναι 8 - 10 εκ. Εξωτερικά έχει μεγάλα και δυνατά αγκάθια, χρώματος μαύρου. Το χρώμα του είναι μαύρο ή καστανό. Έχει μασητική συσκευή, που προεξέχει ελαφρά από το στόμα, με κινητά δόντια, που στηρίζονται σε πολύπλοκο σύστημα οστών και μυών και ονομάζεται "λύχνος του Αριστοτέλη".
Χωρίζεται σε φύλα, αρσενικό και θηλυκό. Πολλαπλασιάζεται με αβγά, που είναι πολύ μικρά και γονιμοποιούνται μέσα στο θαλασσινό νερό σε προνύμφες. Ο κοινός αχινός της Μεσογείου, "παρακεντρωτός ο ωχρός", ζει μέσα σε ρωγμές του πυθμένα, καμουφλαρισμένος κάτω από τις πέτρες, για να αποφεύγει τους εχθρούς του και να παραμονεύει τη λεία του. Το εσωτερικό του σώματός του αποτελείται από μια μεγάλη κοιλότητα, γεμάτη υγρό, με τα διάφορα όργανά του. Έχει "βαδιστικούς ποδίσκους" που διογκώνονται από ένα αιματώδες υγρό, για να τον βοηθούν να μετακινείται.
ΓΕΙΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΟΧΉ ΣΤΟΥΣ ΑΧΙΝΟΥΣ!!!
Σάββατο 9 Ιουλίου 2011
Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011
Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011
Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011
Κυριακή 19 Ιουνίου 2011
Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011
Σάββατο 11 Ιουνίου 2011
η παρεούλα μας στην Λίμνη Πλαστήρα!
ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ EΛΛΑΔΑ
Η ψυχή μου ειναι γεμάτη απο Ελλάδα και ότι κι αν συμβαίνει σήμερα θέλω να πιστεύω οτι ειναι ένα κακό όνειρο.
Μεσ’ των αιώνων Ελλάδα το πέρασμα,
αρχαία χώρα, λατρεμένη μητέρα
ήσουν και θα ‘σαι το αστέρι στην υφήλιο,
η κορωνίδα στην υδρόγειο σφαίρα.
Ο Παρθενώνας σου στέκει αγέρωχος,
οι ποιητές σου σε έχουν υμνήσει,
κατακτητές που περάσαν, μ’ ευλάβεια,
έχουν το γόνυ μπροστά σου λυγίσει.
Δημοκρατία, τα παιδιά σου θεμελίωσαν,
περιπατώντας στην αρχαία αγορά σου,
« νουν υγιή» κατέχοντες και κάνοντας
στην οικουμένη, ξακουστό το όνομά σου.
Κρατάς καντήλι ακοίμητο στους ήρωες
που χνάρια άφησαν σαν αναμμένη δάδα,
Σωκράτης, Πλάτωνας, Αριστοτέλης, Σόλωνας,
δαφνοστολίσαν την μικρή, μεγάλη Ελλάδα.
Μαργαριτάρι στην ψυχή του κάθε Έλληνα
της ξενιτιάς, όπου μακριά σου τον πληγώνει
και τ’ όνομά σου όταν φτάνει εκεί στα πέρατα,
πτυχές της μνήμης σαν τ’ ακούει ξεδιπλώνει .
Τρίτη 7 Ιουνίου 2011
Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011
Δευτέρα 16 Μαΐου 2011
Τρίτη 10 Μαΐου 2011
Σάββατο 30 Απριλίου 2011
ΠΙΚΡΗ ΑΛΗΘΕΙΑ
Σπασμένο τζάμι, πικρή αλήθεια
Ζωή που χάνεται στα παραμύθια
Όνειρα σκόρπια, όλα ένα ψέμα
Γυμνή η ψυχή ,θολό το βλέμμα
Βροχής τραγούδι, βουβό το κλάμα
Σαν κωμωδία παίζεται δράμα
Μαρκίζες, φώτα διαφημίσεις
Φρούδες ελπίδες αυτής της ζήσης
Περνώντας γράφεις μια ιστορία
Χαράζεις κούρσας τρελή πορεία
Κουρσάρος άπονος είναι ο χρόνος
Κλέφτης της νιότης, άπληστος μόνος.
Παρασκευή 8 Απριλίου 2011
Σάββατο 2 Απριλίου 2011
Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011
Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011
Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011
Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011
Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011
Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011
η οδύσσεια ενος ασφαλισμένου!
Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΕΝΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥ
Όποιον ασφαλισμένο κι αν ρωτήσεις δεν έχει να σου πει μια καλή κουβέντα γι αυτόν τον αδηφάγο Οργανισμό που λέγετε ΙΚΑ. Είναι μην πέσεις στα δόντια του γιατί αν …..ή νευρασθενικός θα καταντήσεις ή εις οριζόντια θέση.
Ο κυρ-Παντελής είναι ένας καλός μου γείτονας. Πρόσχαρος, ομιλητικός, με το χιουμοράκι του, την έμφυτη ευγένεια του και την θετική (σημαντικό) ενέργεια που εκπέμπει.
Έχει σκαρφαλώσει στα δεύτερα …ηντα και το διασκεδάζει.
Φυσικό είναι όταν μπεις στην ευθεία να φροντίζεις λίγο περισσότερο την υγεία σου, να παρακολουθείς κάτι σάκχαρα, κάτι χοληστερίνες, και ότι άλλο ήθελε προκύψει.
Ο κυρ-Παντελάκος μας ένιωσε κάτι μικροενοχλήσεις λοιπόν και μιας και η σύνταξη πενιχρή για εξωτερικές εξετάσεις έκλεισε ένα ραντεβού για μετά από είκοσι μέρες (ευτυχώς δεν ήταν επείγον το πρόβλημα). Επισκέφθηκε τον γιατρό του ΙΚΑ, πήρε το χαρτάκι του για έναν υπέρηχο και όλα καλά….Το χαρτάκι, του είπε ο γιατρός χρειαζόταν σφραγίδα από τον ελεγκτή στο ισόγειο, κατέβηκε ο χριστιανός από τον δεύτερο στο ισόγειο, έψαξε, ρώτησε, ελεγκτής δεν υπήρχε στην θέση του, του είπαν να πάει στον πρώτο. Ανεβαίνει στον πρώτο, φάτσα στο γκισέ δυο κοπέλες ομιλούσες περί ανέμων και υδάτων, δίνει το χαρτάκι του, του πατάνε μια σφραγίδα, του δίνουν και ένα κατάλογο με συμβεβλημένα ιατρικά κέντρα που μπορεί να πάει για την εξέταση, του το επιστρέφουν χωρίς να σταματήσουν την συζήτησή τους, το παίρνει και επιτέλους φεύγει νομίζοντας ότι τέλειωσε αισίως.
-Τι έγινε κυρ-Παντελή μου τον ρωτάω όταν επέστρεψε
-Όλα καλά! Μου λέει, έκλεισα ραντεβού για την εξέταση σε τρεις μέρες!
Πρωινός-πρωινός ο φίλος μας σε τρεις μέρες, σενιαρισμένος, ειδοποίησε το ταξάκι του να έρθει να τον πάρει και πήγε στο ραντεβού του.
-Καλημέρα σας! Ευγενέστατη η υπάλληλος… παίρνει το χαρτάκι το κοιτάζει…
-Δεν σας έχει βάλει σφραγίδα ο ελεγκτής, του λέει
-Μα… και αυτή τι είναι; Δείχνει την σφραγίδα που είχε εισπράξει κατεβαίνοντας από τον δεύτερο στο ισόγειο, από το ισόγειο στον πρώτο.
-Χρειάζεται και άλλη μια εδώ…. Και εδώ! του λέει και βάζει δυο κύκλους με το μολύβι στα σημεία.
Φουντώνει ο κυρ-Παντελής, δεν το δείχνει, άλλωστε τι του φταίει η υπάλληλος, την δουλειά της κάνει, παίρνει πίσω το χαρτάκι του, ξανά ταξί για το ΙΚΑ.
Πρώτος όροφος στο γκισέ που πήρε την σφραγίδα…
Άλλη υπάλληλος σήμερα.
-Γιατί παιδεύεται τον κόσμο κοπέλα μου; την ρωτάει Γιατί δεν μου είπατε ότι χρειάζεται και δεύτερη σφραγίδα;
-Δεν θα το ακούσατε… η απάντηση! Πηγαίνετε στον δεύτερο στο Νο 2
Δεύτερος Νο 2! Από έξω γράφει Οδοντιατρικό! Χτυπάει την πόρτα και ανοίγει.
-Μια υπογραφή θα ήθελα..
-Εγώ υπογράφω μέχρι τις 10 πμ η απάντηση με υφάκι που δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα!
-Μα με έστειλαν σε εσάς….
-ΟΧΙ (κοφτό) Πηγαίνετε…..
Επιστροφή, με την πίεση να ανεβαίνει ο κυρ-Παντελής (είναι και σε κρίσιμη ηλικία) πάλι στον πρώτο όροφο
-Δεν υπογράφει !
-Κατεβείτε στο ισόγειο, εκεί θα σας υπογράψουν, του είπε με ήπιο τόνο η υπάλληλος και λίγο μουδιασμένα (φαίνεται είχε αντιμετωπίσει και άλλα παρόμοια, ίσως να την είχαν βρίσει άλλοι πριν για την ίδια ταλαιπωρία)
Ισόγειο.
Το πρώτο γραφείο άδειο, το δεύτερο έγραφε απ έξω Μαιευτικό και πέντε έξι κοπέλες σε ενδιαφέρουσα περιμέναν το ραντεβού τους με τον γιατρό.
-Μια υπογραφή θέλω….είπα σε άσχετους βέβαια αφού δεν υπήρχε κάνεις άλλος σχετικός.
-Εδώ απάντησε μια κυρία, περιμένετε ….
-Ο μαιευτήρας υπογράφει; Ρώτησε..
Κούνησε το κεφάλι της. Περιμένει ο κυρ-Παντελης μέχρι να ανοίξει η πόρτα, μαζί με τις ενδιαφέρουσες που είχαν πιάσει την κουβέντα για τα γυναικολογικά τους.
Ανοίγει… περνάει ο φίλος μας…
-Μια υπογραφή γιατρέ….
-Θα περιμένετε να τελειώσουν τα ραντεβού πρώτα! (Κοφτά κι αυτός)
-Μα….
-Πηγαίνετε παρακαλώ!!!! Το ίδιο υφάκι με την οδοντογιατρό. Αυτό φαίνεται είναι καθιερωμένο!
Αγανακτισμένος επιστρέφει στον πρώτο ξανά!
-Τι θα γίνει κοπέλα μου πόσο θα με βασανίζεται επιτέλους για μια υπογραφή:
-Για να δω… παίρνει το χαρτάκι πάλι. Στον δεύτερο στο γραφείο ….
Δεύτερος όροφος ξανά…περιμένουν άλλοι δυο απ έξω ο γιατρός μιλάει στο τηλέφωνο. Τελειώνει στο πεντάλεπτο.
-Περάστε!
Μπαίνουν όλοι μαζί σφραγίδα και υπογραφή σε κλάσματα δευτερολέπτου έτοιμοι….
Επιστροφή του φίλου μας στον πρώτο στο γραφείο προϊσταμένου μέσα τέσσερεις πέντε κουβεντιάζουν ανέμελα
-Αι στο διάβολο πια… χαραμοφάηδες, μια ζωή σας πληρώνω με το αίμα της καρδιά μου……κι άλλα…κι άλλα….Το αρνί έγινε λιοντάρι σκίζοντας το περιβόητο χαρτάκι εκεί μπροστά στα μάτια τους. Θα τον πέρασαν μάλλον για τρελό παρά για αγανακτισμένο γιατί τον κοίταζαν γεμάτοι απορία, συνεχίζοντας την κουβεντούλα τους, άλλωστε θα πρέπει να είναι συνηθισμένοι σε τέτοιου είδους εξάρσεις από ταλαίπωρους ασφαλισμένους .
Αυτά που σας γράφω δεν έχουν πιστέψτε με ίχνος υπερβολής και είμαι σίγουρη ότι δεν είναι ο μόνος ο κυρ-Παντελής που υπέστη αυτήν την οδύσσεια είναι καθημερινά εκατοντάδες… Εγώ αυτόν έτυχε να γνωρίζω!!!!!
Ντόρα Μανατάκη
Όποιον ασφαλισμένο κι αν ρωτήσεις δεν έχει να σου πει μια καλή κουβέντα γι αυτόν τον αδηφάγο Οργανισμό που λέγετε ΙΚΑ. Είναι μην πέσεις στα δόντια του γιατί αν …..ή νευρασθενικός θα καταντήσεις ή εις οριζόντια θέση.
Ο κυρ-Παντελής είναι ένας καλός μου γείτονας. Πρόσχαρος, ομιλητικός, με το χιουμοράκι του, την έμφυτη ευγένεια του και την θετική (σημαντικό) ενέργεια που εκπέμπει.
Έχει σκαρφαλώσει στα δεύτερα …ηντα και το διασκεδάζει.
Φυσικό είναι όταν μπεις στην ευθεία να φροντίζεις λίγο περισσότερο την υγεία σου, να παρακολουθείς κάτι σάκχαρα, κάτι χοληστερίνες, και ότι άλλο ήθελε προκύψει.
Ο κυρ-Παντελάκος μας ένιωσε κάτι μικροενοχλήσεις λοιπόν και μιας και η σύνταξη πενιχρή για εξωτερικές εξετάσεις έκλεισε ένα ραντεβού για μετά από είκοσι μέρες (ευτυχώς δεν ήταν επείγον το πρόβλημα). Επισκέφθηκε τον γιατρό του ΙΚΑ, πήρε το χαρτάκι του για έναν υπέρηχο και όλα καλά….Το χαρτάκι, του είπε ο γιατρός χρειαζόταν σφραγίδα από τον ελεγκτή στο ισόγειο, κατέβηκε ο χριστιανός από τον δεύτερο στο ισόγειο, έψαξε, ρώτησε, ελεγκτής δεν υπήρχε στην θέση του, του είπαν να πάει στον πρώτο. Ανεβαίνει στον πρώτο, φάτσα στο γκισέ δυο κοπέλες ομιλούσες περί ανέμων και υδάτων, δίνει το χαρτάκι του, του πατάνε μια σφραγίδα, του δίνουν και ένα κατάλογο με συμβεβλημένα ιατρικά κέντρα που μπορεί να πάει για την εξέταση, του το επιστρέφουν χωρίς να σταματήσουν την συζήτησή τους, το παίρνει και επιτέλους φεύγει νομίζοντας ότι τέλειωσε αισίως.
-Τι έγινε κυρ-Παντελή μου τον ρωτάω όταν επέστρεψε
-Όλα καλά! Μου λέει, έκλεισα ραντεβού για την εξέταση σε τρεις μέρες!
Πρωινός-πρωινός ο φίλος μας σε τρεις μέρες, σενιαρισμένος, ειδοποίησε το ταξάκι του να έρθει να τον πάρει και πήγε στο ραντεβού του.
-Καλημέρα σας! Ευγενέστατη η υπάλληλος… παίρνει το χαρτάκι το κοιτάζει…
-Δεν σας έχει βάλει σφραγίδα ο ελεγκτής, του λέει
-Μα… και αυτή τι είναι; Δείχνει την σφραγίδα που είχε εισπράξει κατεβαίνοντας από τον δεύτερο στο ισόγειο, από το ισόγειο στον πρώτο.
-Χρειάζεται και άλλη μια εδώ…. Και εδώ! του λέει και βάζει δυο κύκλους με το μολύβι στα σημεία.
Φουντώνει ο κυρ-Παντελής, δεν το δείχνει, άλλωστε τι του φταίει η υπάλληλος, την δουλειά της κάνει, παίρνει πίσω το χαρτάκι του, ξανά ταξί για το ΙΚΑ.
Πρώτος όροφος στο γκισέ που πήρε την σφραγίδα…
Άλλη υπάλληλος σήμερα.
-Γιατί παιδεύεται τον κόσμο κοπέλα μου; την ρωτάει Γιατί δεν μου είπατε ότι χρειάζεται και δεύτερη σφραγίδα;
-Δεν θα το ακούσατε… η απάντηση! Πηγαίνετε στον δεύτερο στο Νο 2
Δεύτερος Νο 2! Από έξω γράφει Οδοντιατρικό! Χτυπάει την πόρτα και ανοίγει.
-Μια υπογραφή θα ήθελα..
-Εγώ υπογράφω μέχρι τις 10 πμ η απάντηση με υφάκι που δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα!
-Μα με έστειλαν σε εσάς….
-ΟΧΙ (κοφτό) Πηγαίνετε…..
Επιστροφή, με την πίεση να ανεβαίνει ο κυρ-Παντελής (είναι και σε κρίσιμη ηλικία) πάλι στον πρώτο όροφο
-Δεν υπογράφει !
-Κατεβείτε στο ισόγειο, εκεί θα σας υπογράψουν, του είπε με ήπιο τόνο η υπάλληλος και λίγο μουδιασμένα (φαίνεται είχε αντιμετωπίσει και άλλα παρόμοια, ίσως να την είχαν βρίσει άλλοι πριν για την ίδια ταλαιπωρία)
Ισόγειο.
Το πρώτο γραφείο άδειο, το δεύτερο έγραφε απ έξω Μαιευτικό και πέντε έξι κοπέλες σε ενδιαφέρουσα περιμέναν το ραντεβού τους με τον γιατρό.
-Μια υπογραφή θέλω….είπα σε άσχετους βέβαια αφού δεν υπήρχε κάνεις άλλος σχετικός.
-Εδώ απάντησε μια κυρία, περιμένετε ….
-Ο μαιευτήρας υπογράφει; Ρώτησε..
Κούνησε το κεφάλι της. Περιμένει ο κυρ-Παντελης μέχρι να ανοίξει η πόρτα, μαζί με τις ενδιαφέρουσες που είχαν πιάσει την κουβέντα για τα γυναικολογικά τους.
Ανοίγει… περνάει ο φίλος μας…
-Μια υπογραφή γιατρέ….
-Θα περιμένετε να τελειώσουν τα ραντεβού πρώτα! (Κοφτά κι αυτός)
-Μα….
-Πηγαίνετε παρακαλώ!!!! Το ίδιο υφάκι με την οδοντογιατρό. Αυτό φαίνεται είναι καθιερωμένο!
Αγανακτισμένος επιστρέφει στον πρώτο ξανά!
-Τι θα γίνει κοπέλα μου πόσο θα με βασανίζεται επιτέλους για μια υπογραφή:
-Για να δω… παίρνει το χαρτάκι πάλι. Στον δεύτερο στο γραφείο ….
Δεύτερος όροφος ξανά…περιμένουν άλλοι δυο απ έξω ο γιατρός μιλάει στο τηλέφωνο. Τελειώνει στο πεντάλεπτο.
-Περάστε!
Μπαίνουν όλοι μαζί σφραγίδα και υπογραφή σε κλάσματα δευτερολέπτου έτοιμοι….
Επιστροφή του φίλου μας στον πρώτο στο γραφείο προϊσταμένου μέσα τέσσερεις πέντε κουβεντιάζουν ανέμελα
-Αι στο διάβολο πια… χαραμοφάηδες, μια ζωή σας πληρώνω με το αίμα της καρδιά μου……κι άλλα…κι άλλα….Το αρνί έγινε λιοντάρι σκίζοντας το περιβόητο χαρτάκι εκεί μπροστά στα μάτια τους. Θα τον πέρασαν μάλλον για τρελό παρά για αγανακτισμένο γιατί τον κοίταζαν γεμάτοι απορία, συνεχίζοντας την κουβεντούλα τους, άλλωστε θα πρέπει να είναι συνηθισμένοι σε τέτοιου είδους εξάρσεις από ταλαίπωρους ασφαλισμένους .
Αυτά που σας γράφω δεν έχουν πιστέψτε με ίχνος υπερβολής και είμαι σίγουρη ότι δεν είναι ο μόνος ο κυρ-Παντελής που υπέστη αυτήν την οδύσσεια είναι καθημερινά εκατοντάδες… Εγώ αυτόν έτυχε να γνωρίζω!!!!!
Ντόρα Μανατάκη
Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011
Σε ξεπουλήσανε πατρίδα,,,,
ΠΩΛΕΙΤΑΙ
ΠΑΤΡΙΔΑ
Σε ξεπουλήσανε ανθέλληνες πατρίδα
Και μια βαθιά πληγή αιμορραγεί στα σωθικά σου
Εσύ, που ήσουν του πολιτισμού η κοιτίδα
Ω! τι ντροπή!
Να σ’ εξοντώνουνε τα ίδια τα παιδιά σου
Φτάσανε σήμερα όσοι πονούν για σένα
Να μην τολμούν να πολεμούν για ιδανικά
«Εθνικιστές» είναι ο τίτλος που εισπράττουν
Από αυτούς, που σ’ έφτασαν να ζεις με δανεικά
Μακεδονία, Θράκη, και Αιγαίο
Μέρη, που οι πρόγονοι
μας άναψαν
της λευτεριάς την δάδα
Για να σαι συ περήφανη Ελλάδα
Δίχως ντροπή σ’ ένα παζάρι που ‘χουν στήσει
Τα ξεπουλάνε όσο
-όσο εθνοσωτήρες
Με υπογραφές που πέφτουν κάτω απ το τραπέζι
και με σημαία,
ξεδιάντροπα που γράφει
« μίζα, και ευρώ μονάχα παίζει»
Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011
Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011
Πειραιώτικες αναμνήσεις...(ποίημα)
| Κινηματογράφος ΑΤΤΙΚΟΝ Δημοτικό θέατρο |
| Σινέ Χάι - Λάιφ |
| Πασαλιμάνι |
ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΕΣ
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Σαν
σουρουπώνει και σαν πέφτει το βραδάκι
Όταν ο
μπάτης σκάει το κύμα απαλά
Πάνω στα
βράχια της Πειραϊκής, στη Φρεαττύδα
Το παρελθόν
ξυπνά δειλά και μου μιλά
Εικόνες
όμορφες των παιδικών μου χρόνων
Δρόμοι με χώμα
και με σπίτια χαμηλά
Αυλές μ’
αγιόκλημα, σκαμνιά στα πεζοδρόμια
Της
γειτονιάς , με συντροφιά η ώρα να κυλά
Της Κυριακές
καλοκαιράκι στις ταράτσες
Του Αελλώ,
του Καπιτόλ, και του Παλλάς,
Μια απόλαυση
το έργο της βδομάδας
Με φυστικάκι
στο χωνί να μασουλάς
Στη
Μυροβόλο, Πυραμίδες, Βερσαλλίες,
Δίπλα στο
Σπλέντιτ για καφέ ή για γλυκό
Κ’ ύστερα
βόλτα πέρα δώθε στην Καστέλα
Απολαμβάνοντας
χωνάκι παγωτό
Αμυγδαλάκι
παγωμένο στο πανέρι
Τα
γιασεμάκια μπουκετάκι μια δραχμή
Ο
τσάκα-τσούκας τα τραπέζια να περνάει
Και
πασατέμπο να αφήνει δοκιμή
Στην
Ταραντέλα τις νυχτιές με φεγγαράδα
Στο
Τουρκολίμανο, στ’ ωραίο Φαληράκι
Μοσχοβολιά
από της θάλασσας τη ν αύρα
Κι από το
φρέσκο στο τηγάνι μαριδάκι.ι
Για τους
ξενύχτηδες ωραίες κρουαζιέρες
Με το
ΝΕΡΑΙΔΑ « πλοιάριον γοργόν»
Κι αν ήθελες
με γέλιο να την βγάλεις
Πασαλιμάνι ,
εις το «θέατρον σκιών»
Κι αν όλα
άλλαξαν και χάθηκε η μαγεία
Κι ο
Πειραιάς μας τώρα ζει στη σύγχρονη εποχή
Τις
αναμνήσεις δεν μπορεί κανείς να τις αγγίξει
Οι
Πειραιώτες τις κρατούν βαθιά μες την ψύχή.
Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011
Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011
Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010
Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010
ακριβό μου ταίρι
ΑΚΡΙΒΟ ΜΟΥ ΤΑΙΡΙ
Ακριβό μου ταίρι
Κράτα μου ο χέρι
Γίνε συ τ΄ αστέρι
Που θα μ’ οδηγεί
Σ’ έχω στη ζωή μου
Πυξίδα, αναπνοή μου
Είσαι η δική μου
Φωτεινή αυγή
Στα δικά σου μάτια
Βλέπω εγώ παλάτια
Και με ουράνια άτια
Φεύγω από τη γη
Ακριβό μου ταίρι
Κράτα μου το χέρι
Όσο αυτό τ’ αστέρι
Θα μας οδηγεί
Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010
Στον Νίκο Ξυλούρη
Ήσουνα του βουνού αετόπουλο
Λεβεντογέννας μάνας παλικάρι
Κελάηδησες και ξύπνησες τους πόθους μας
Αηδόνι της ψυχής μας και καμάρι
Στα δύσκολα τα χρόνια μας συντρόφεψες
Έριχνες φως και ξαστεριά μες το σκοτάδι
Μα ο χάροντας σε ζήλεψε αστέρι μου
Και σε κατέβασε νωρίς στον Άδη
Τώρα κοντά μας μείναν τα τραγούδια σου
Και η αγέρωχη μορφή σου Ανωγίτη
Και χαιρουμάστε εμείς που σε λατρέψαμε
Μα χαίρει πέρα ως πέρα και η Κρήτη
Κοιμήσου τώρα σύ στη γη που σε ανέστησε
Κι ας’ το δικό μας νου, στη θύμηση να τρέχει
Σ ‘ότι αγαπήσαμε, σ’ ότι λατρέψαμε από σένανε
Είμαστε Νίκο η γενιά που όλα τα αντέχει.
Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010
Κυριακή 21 Ιουνίου 2009
ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΑΚΗ
Πόσο εύκολα ανοίγουν τα κουτάκια της μνήμης, μ’ ένα απλό ερέθισμα που θα δεχθούν, με δύο λέξεις, με μια απλή διαφήμιση …..
« Δε θα ξεχάσω ποτέ την γεύση που είχε εκείνο το πρώτο φιλί. Την γεύση της σοκολάτας ΑΜΥΓΔΆΛΟΥ…..»
Καλοκαιράκι δεκαετία του πενήντα . Εκείνα τα καλοκαίρια δεν είχαν καύσωνες ούτε χρειαζόσουν αίρ κοντίσιον για να κοιμηθείς το βράδυ. Η στρωματσάδα στην ταράτσα και το γλυκό αεράκι της νύχτας σε έκαναν να έχεις ανάγκη το πάπλωμα, το γεμισμένο με βαμβάκι, το καπλαντισμένο με το σεντόνι και η αίσθηση καλοκαίρι, στρωματσάδα, αεράκι, πάπλωμα, είχε μια μαγεία αξέχαστη, όταν σκεπασμένος μέχρι το λαιμό απολάμβανες την ησυχία της νύχτας και προσπαθούσες να μετρήσεις τα άπειρα φωτεινά σημαδάκια στον ουρανό, μέχρι να αποκοιμηθείς.
Το σπίτι της γιαγιάς μου ήταν ένα παλιό διώροφο με μια αυλή στο κέντρο, στρωμένη με κόκκινες μεγάλες πλάκες και γύρω από την αυλή δωμάτια χτισμένα έτσι που ανά δύο ή μόνο του το καθένα, με την κουζινούλα του, να αποτελούν το σπιτικό μιας οικογένειας.
Η αυλή ήταν κοινή για όλους, ας πούμε η βεράντα τους.
Σ αυτό το παλιό διώροφο υπήρχαν τα πάντα που είχαν σχέση με τις ανθρώπινες σχέσεις. Γκρίνιες, ζήλιες, κουμπαριές, αλληλεγγύη, δανεικά, αλισβερίσια, το μόνο που δεν υπήρχε ήταν μυστικά. Και πώς να υπάρχουν άλλωστε όταν ακόμα και το ροχαλητό του κυρ-Θανάση σφύριζε κάθε βράδυ στ’ αυτιά όλων.
Θυμάμαι κάτι καλοκαιρινά βράδια τους Ομηρικούς καυγάδες που έστηναν η κυρία-Ιουλία, γυναίκας του Θανάση, με την κυρία-Ξανθή για το τάβλι. Η πρώτη ήθελε κάθε βράδυ μετά το φαγητό με τον άντρα της να παίζουν δύο τρεις παρτιδούλες και γκραγκ !! τα ζάρια και γκρούγκ!! τα πούλια έκαναν έξαλλη την κυρία-Ξανθή που της άρεσε να κοιμάται με τις κότες. Μέχρι τον αστυφύλακα τους είχε κουβαλήσει. Βέβαια την άλλη μέρα το πρωί όλα ήταν πάντα μέλι γάλα.
Σ αυτό λοιπόν το διώροφο έμεναν πέντε οικογένειες , τρεις κάτω και δύο επάνω. Η γιαγιά μου η κυρα- Σάββαινα, έτσι τη φώναζαν [ Σάββας ήταν το όνομα του άντρα της} μαζί με τον παππού, είχαν δύο κάμαρες στον επάνω όροφο. Μια κρεβατοκάμαρα και μια τραπεζαρία, που ήταν και σαλόνι και ξενώνας, μιας και κάτω από το μεγάλο παράθυρο, υπήρχε ένα ξύλινο μπαουλοντίβανο για κάθε φιλοξενούμενο, στολισμένο πάντα με μια κοκάλινη κούκλα, με ξανθές μπούκλες, ντυμένη με φουρώ, που της την είχε φέρει ο θείος μου από την Ιταλία σε κάποιο του ταξίδι και η γιαγιά δεν άφηνε κανέναν να την αγγίζει επειδή την θεωρούσε σπουδαίο απόκτημα.
Στον ίδιο όροφο δίπλα στη γιαγιά έμενε η κουμπάρα της, νονά της αδελφής μου. Κάτω έμενε η Ιουλία με τον Θανάση και τα παιδιά τους, την Δέσποινα και την Μαίρη (εμείς την φωνάζαμε Μπούλα). Δίπλα η Ξανθή με την κόρη της την Μπουμπού (το χριστιανικό της όνομα δεν έτυχε να το ακούσω ) και η τρίτη οικογένεια ήταν της Νιόνιας, γυναίκα ναυτικού που εγώ δεν τον είχα δει ποτέ.
Η Νιόνια, είχε ένα γιο τον Γιωργάκη όμορφο αγόρι λίγο παχουλό, σήμερα θα το έλεγες μαμούχαλο 12- 13 χρονών περίπου. Σ αυτήν την ηλικία ήμουν κι εγώ τότε. Χωρίς να ξέρω το γιατί ήθελα να πηγαίνω κάθε βράδυ στη γιαγιά μου, να βλέπω τον Γιωργάκη.
Η κυρία-Νιόνια. κοντούλα και τσουπωτή παρ όλο που δεν σου γέμιζε το μάτι ήταν αυστηρή και σπάνια τον άφηνε να βγαίνει από την καμαρούλα τους να παίξει μαζί μας. Όταν την ρωτούσαμε
«θα ‘ρθει ο Γιωργάκης να παίξουμε»; η απάντηση πάντα στερεότυπη «τώρα διαβάζει» και με το ανάλογο αυστηρό της ύφος που δεν σήκωνε άλλη κουβέντα.
Ο Γιωργάκης , σαν παιδί βέβαια, ζήλευε. Όμως που να τολμήσει να πάει κόντρα στην κυρία Νιόνια, έβρισκε μοναχά την ευκαιρία μια και ο χώρος της ανάγκης ήταν έξω στην αυλή να της το σκάει για λίγο μέχρι να την ακούσει να τον ξαναφωνάζει και έτσι τον έβλεπα κι εγώ για λίγο που μάλλον ήμουν ψιλοερωτευμένη μαζί του.
Τα καλοκαίρια λοιπόν ανεβάζαμε στην ταράτσα στρώματα, παπλώματα, σεντόνια, μαξιλάρια, στήναμε σε μια γωνιά κάθε οικογένεια την «κρεβατοκάμαρα» της και με θέα τον έναστρο ουρανό κάναμε τον πιο γλυκό ύπνο. Εμείς τα παιδιά μόλις σουρούπωνε ανεβαίναμε ξαπλώναμε όλα μαζί και λέγαμε αστεία, ανέκδοτα και διάφορες ιστορίες μέχρι να μας πάρει ο ύπνος.
Ένα βραδάκι μετά το φαγητό ανεβήκαμε επάνω, ετοιμάσαμε τα στρωσίδια μας και περιμέναμε τον Γιωργάκη να τελειώσει το φαγητό του, ,η κυρία-Νιόνια αν δεν σκούπιζε το πιάτο δεν τον άφηνε να κουνήσει ρούπι., Δεν είχαμε ύπνο και είπαμε να παίξουμε κρυφτό. Εγώ πάντα κοντά στο Γιωργάκη, οι ερωτικές μου ανησυχίες ήταν σε έξαρση εκείνη της περίοδο, ο Γιωργάκης όλο και κάτι θα πρέπει να πήρε χαμπάρι και μετά το παιχνίδι πριν κοιμηθούμε, μου είπε καληνύχτα με ένα φιλί .Με ένα φιλί στο στόμα. Δεν ξέρω πως το σκέφτηκε, όμως όπως και να είναι εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό το φιλί . Ένα φιλί, που είχε τη γεύση του φαγητού που είχε φάει πριν λίγο. Πατάτες γιαχνί με μαϊντανό, κρεμμυδάκι, και σαλτσούλα ντομάτα .
Έχουν περάσει κοντά σαράντα χρόνια. Τον Γιωργάκη έχω να τον δω περίπου τόσα, όμως κάθε φορά που θα μυρίσω αυτό το φαγητό, θυμάμαι εκείνο το πρώτο και μοναδικό φιλί του Γιωργάκη με γεύση…..Πατάτες Γιαχνί.
ΤΕΛΟΣ
Πόσο εύκολα ανοίγουν τα κουτάκια της μνήμης, μ’ ένα απλό ερέθισμα που θα δεχθούν, με δύο λέξεις, με μια απλή διαφήμιση …..
« Δε θα ξεχάσω ποτέ την γεύση που είχε εκείνο το πρώτο φιλί. Την γεύση της σοκολάτας ΑΜΥΓΔΆΛΟΥ…..»
Καλοκαιράκι δεκαετία του πενήντα . Εκείνα τα καλοκαίρια δεν είχαν καύσωνες ούτε χρειαζόσουν αίρ κοντίσιον για να κοιμηθείς το βράδυ. Η στρωματσάδα στην ταράτσα και το γλυκό αεράκι της νύχτας σε έκαναν να έχεις ανάγκη το πάπλωμα, το γεμισμένο με βαμβάκι, το καπλαντισμένο με το σεντόνι και η αίσθηση καλοκαίρι, στρωματσάδα, αεράκι, πάπλωμα, είχε μια μαγεία αξέχαστη, όταν σκεπασμένος μέχρι το λαιμό απολάμβανες την ησυχία της νύχτας και προσπαθούσες να μετρήσεις τα άπειρα φωτεινά σημαδάκια στον ουρανό, μέχρι να αποκοιμηθείς.
Το σπίτι της γιαγιάς μου ήταν ένα παλιό διώροφο με μια αυλή στο κέντρο, στρωμένη με κόκκινες μεγάλες πλάκες και γύρω από την αυλή δωμάτια χτισμένα έτσι που ανά δύο ή μόνο του το καθένα, με την κουζινούλα του, να αποτελούν το σπιτικό μιας οικογένειας.
Η αυλή ήταν κοινή για όλους, ας πούμε η βεράντα τους.
Σ αυτό το παλιό διώροφο υπήρχαν τα πάντα που είχαν σχέση με τις ανθρώπινες σχέσεις. Γκρίνιες, ζήλιες, κουμπαριές, αλληλεγγύη, δανεικά, αλισβερίσια, το μόνο που δεν υπήρχε ήταν μυστικά. Και πώς να υπάρχουν άλλωστε όταν ακόμα και το ροχαλητό του κυρ-Θανάση σφύριζε κάθε βράδυ στ’ αυτιά όλων.
Θυμάμαι κάτι καλοκαιρινά βράδια τους Ομηρικούς καυγάδες που έστηναν η κυρία-Ιουλία, γυναίκας του Θανάση, με την κυρία-Ξανθή για το τάβλι. Η πρώτη ήθελε κάθε βράδυ μετά το φαγητό με τον άντρα της να παίζουν δύο τρεις παρτιδούλες και γκραγκ !! τα ζάρια και γκρούγκ!! τα πούλια έκαναν έξαλλη την κυρία-Ξανθή που της άρεσε να κοιμάται με τις κότες. Μέχρι τον αστυφύλακα τους είχε κουβαλήσει. Βέβαια την άλλη μέρα το πρωί όλα ήταν πάντα μέλι γάλα.
Σ αυτό λοιπόν το διώροφο έμεναν πέντε οικογένειες , τρεις κάτω και δύο επάνω. Η γιαγιά μου η κυρα- Σάββαινα, έτσι τη φώναζαν [ Σάββας ήταν το όνομα του άντρα της} μαζί με τον παππού, είχαν δύο κάμαρες στον επάνω όροφο. Μια κρεβατοκάμαρα και μια τραπεζαρία, που ήταν και σαλόνι και ξενώνας, μιας και κάτω από το μεγάλο παράθυρο, υπήρχε ένα ξύλινο μπαουλοντίβανο για κάθε φιλοξενούμενο, στολισμένο πάντα με μια κοκάλινη κούκλα, με ξανθές μπούκλες, ντυμένη με φουρώ, που της την είχε φέρει ο θείος μου από την Ιταλία σε κάποιο του ταξίδι και η γιαγιά δεν άφηνε κανέναν να την αγγίζει επειδή την θεωρούσε σπουδαίο απόκτημα.
Στον ίδιο όροφο δίπλα στη γιαγιά έμενε η κουμπάρα της, νονά της αδελφής μου. Κάτω έμενε η Ιουλία με τον Θανάση και τα παιδιά τους, την Δέσποινα και την Μαίρη (εμείς την φωνάζαμε Μπούλα). Δίπλα η Ξανθή με την κόρη της την Μπουμπού (το χριστιανικό της όνομα δεν έτυχε να το ακούσω ) και η τρίτη οικογένεια ήταν της Νιόνιας, γυναίκα ναυτικού που εγώ δεν τον είχα δει ποτέ.
Η Νιόνια, είχε ένα γιο τον Γιωργάκη όμορφο αγόρι λίγο παχουλό, σήμερα θα το έλεγες μαμούχαλο 12- 13 χρονών περίπου. Σ αυτήν την ηλικία ήμουν κι εγώ τότε. Χωρίς να ξέρω το γιατί ήθελα να πηγαίνω κάθε βράδυ στη γιαγιά μου, να βλέπω τον Γιωργάκη.
Η κυρία-Νιόνια. κοντούλα και τσουπωτή παρ όλο που δεν σου γέμιζε το μάτι ήταν αυστηρή και σπάνια τον άφηνε να βγαίνει από την καμαρούλα τους να παίξει μαζί μας. Όταν την ρωτούσαμε
«θα ‘ρθει ο Γιωργάκης να παίξουμε»; η απάντηση πάντα στερεότυπη «τώρα διαβάζει» και με το ανάλογο αυστηρό της ύφος που δεν σήκωνε άλλη κουβέντα.
Ο Γιωργάκης , σαν παιδί βέβαια, ζήλευε. Όμως που να τολμήσει να πάει κόντρα στην κυρία Νιόνια, έβρισκε μοναχά την ευκαιρία μια και ο χώρος της ανάγκης ήταν έξω στην αυλή να της το σκάει για λίγο μέχρι να την ακούσει να τον ξαναφωνάζει και έτσι τον έβλεπα κι εγώ για λίγο που μάλλον ήμουν ψιλοερωτευμένη μαζί του.
Τα καλοκαίρια λοιπόν ανεβάζαμε στην ταράτσα στρώματα, παπλώματα, σεντόνια, μαξιλάρια, στήναμε σε μια γωνιά κάθε οικογένεια την «κρεβατοκάμαρα» της και με θέα τον έναστρο ουρανό κάναμε τον πιο γλυκό ύπνο. Εμείς τα παιδιά μόλις σουρούπωνε ανεβαίναμε ξαπλώναμε όλα μαζί και λέγαμε αστεία, ανέκδοτα και διάφορες ιστορίες μέχρι να μας πάρει ο ύπνος.
Ένα βραδάκι μετά το φαγητό ανεβήκαμε επάνω, ετοιμάσαμε τα στρωσίδια μας και περιμέναμε τον Γιωργάκη να τελειώσει το φαγητό του, ,η κυρία-Νιόνια αν δεν σκούπιζε το πιάτο δεν τον άφηνε να κουνήσει ρούπι., Δεν είχαμε ύπνο και είπαμε να παίξουμε κρυφτό. Εγώ πάντα κοντά στο Γιωργάκη, οι ερωτικές μου ανησυχίες ήταν σε έξαρση εκείνη της περίοδο, ο Γιωργάκης όλο και κάτι θα πρέπει να πήρε χαμπάρι και μετά το παιχνίδι πριν κοιμηθούμε, μου είπε καληνύχτα με ένα φιλί .Με ένα φιλί στο στόμα. Δεν ξέρω πως το σκέφτηκε, όμως όπως και να είναι εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό το φιλί . Ένα φιλί, που είχε τη γεύση του φαγητού που είχε φάει πριν λίγο. Πατάτες γιαχνί με μαϊντανό, κρεμμυδάκι, και σαλτσούλα ντομάτα .
Έχουν περάσει κοντά σαράντα χρόνια. Τον Γιωργάκη έχω να τον δω περίπου τόσα, όμως κάθε φορά που θα μυρίσω αυτό το φαγητό, θυμάμαι εκείνο το πρώτο και μοναδικό φιλί του Γιωργάκη με γεύση…..Πατάτες Γιαχνί.
ΤΕΛΟΣ
ΞΕΔΙΠΛΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΖΩΗ
Μια μικρή φυγή στο παρελθόν. Μια αναδρομή στα περασμένα. Η νοσταλγία σε αγκαλιάζει ρίχνοντας ένα αραχνοΰφαντο ρόδινο πέπλο. Ακολουθεί μια βουτιά στο πηγάδι των αναμνήσεων. Τίποτα δεν χάθηκε στην διαδρομή του χρόνου. Όλα ξεδιπλώνονται στην μνήμη σαν κινηματογραφική ταινία αργά- αργά, ζωντανεύουν και γίνονται παρόν.
Δυο όμορφα παιδικά μάτια, ένα αθώο βλέμμα. Ένα μικρό κεφαλάκι στολισμένο με αχυρένιες μπουκλίτσες
Ξεκινά η εξερεύνηση της νέας ζωής, με χίλια γιατί καρφωμένα στο μικρό μυαλουδάκι
Βήματα δειλά με χέρια απλωμένα στο άγνωστο. Ακαταλαβίστικες λεξούλες, λογάκια συλλαβιστά, τραγουδάκια χαρούμενα!!!
Η πρώτη γνωριμία με αυτό που λέγετε ζωή. Ένα θρανίο, ένα βιβλίο!
Ο κόσμος αρχίζει να ξεδιπλώνεται. Πάνω στο άγραφο χαρτί το πρώτο μελάνι.
Ένα, δύο, τρία……..δέκα…..δεκαπέντε, δεκαέξι, αρχίζουν τα άγουρα χρόνια της εφηβείας. Η ζωή είναι μπροστά και εσύ έτοιμος να την κατακτήσεις. Έμαθες ότι σου ανήκει.
Τώρα τα γιατί αραιώνουν, αρχίζουν τα όνειρα, οι ανησυχίες και οι φιλοδοξίες να σε κατακτούν όλο και περισσότερο. Τολμάς !!! άλλωστε όλα απλώνονται μπροστά σου σαν ένα μεγάλο τόπι βελούδινο ύφασμα, που μοιάζει ατελείωτο.
Καλπάζεις καβαλάρης στο άτι της ζωής!
Προχωρώντας η γνώση αγκαλιάζει την πείρα και βαδίζουν μαζί χέρι-χέρι. Τα άλματα τώρα γίνονται σταθερά βήματα και πολλά από τα όνειρα πραγματικότητα. Όμως εσύ κάνεις κι άλλα, κι άλλα και πάντα κυνηγάς την ολοκλήρωση τους. Σαν τον ορειβάτη προσπαθείς να φτάσεις στην κορυφή. Να γευθείς την χαρά της κατάκτησης, της νίκης.
Λίγο ξαπόσταμα και ακολουθεί ο δρόμος της επιστροφής.
Η γνώση και η πείρα σου εξακολουθούν να βαδίζουν χέρι- χέρι, μα τα δικά σου βήματα έχουν ένα ελαφρό τρεμούλιασμα γίνονται όλο και πιο αργά….
Λιγοστεύουν τα όνειρα, περισσεύει ο χρόνος και αρχίζει ο χορός των αναμνήσεων.
Το μεγάλο βελούδινο τόπι ύφασμα που σου φαινόταν ατελείωτο, απλώνεται τώρα πίσω σου και συ γυρνώντας το κεφάλι όλο και πιο συχνά κοιτάζεις την αρχή του…..
Μια μικρή φυγή στο παρελθόν. Μια αναδρομή στα περασμένα. Η νοσταλγία σε αγκαλιάζει ρίχνοντας ένα αραχνοΰφαντο ρόδινο πέπλο. Ακολουθεί μια βουτιά στο πηγάδι των αναμνήσεων. Τίποτα δεν χάθηκε στην διαδρομή του χρόνου. Όλα ξεδιπλώνονται στην μνήμη σαν κινηματογραφική ταινία αργά- αργά, ζωντανεύουν και γίνονται παρόν.
Δυο όμορφα παιδικά μάτια, ένα αθώο βλέμμα. Ένα μικρό κεφαλάκι στολισμένο με αχυρένιες μπουκλίτσες
Ξεκινά η εξερεύνηση της νέας ζωής, με χίλια γιατί καρφωμένα στο μικρό μυαλουδάκι
Βήματα δειλά με χέρια απλωμένα στο άγνωστο. Ακαταλαβίστικες λεξούλες, λογάκια συλλαβιστά, τραγουδάκια χαρούμενα!!!
Η πρώτη γνωριμία με αυτό που λέγετε ζωή. Ένα θρανίο, ένα βιβλίο!
Ο κόσμος αρχίζει να ξεδιπλώνεται. Πάνω στο άγραφο χαρτί το πρώτο μελάνι.
Ένα, δύο, τρία……..δέκα…..δεκαπέντε, δεκαέξι, αρχίζουν τα άγουρα χρόνια της εφηβείας. Η ζωή είναι μπροστά και εσύ έτοιμος να την κατακτήσεις. Έμαθες ότι σου ανήκει.
Τώρα τα γιατί αραιώνουν, αρχίζουν τα όνειρα, οι ανησυχίες και οι φιλοδοξίες να σε κατακτούν όλο και περισσότερο. Τολμάς !!! άλλωστε όλα απλώνονται μπροστά σου σαν ένα μεγάλο τόπι βελούδινο ύφασμα, που μοιάζει ατελείωτο.
Καλπάζεις καβαλάρης στο άτι της ζωής!
Προχωρώντας η γνώση αγκαλιάζει την πείρα και βαδίζουν μαζί χέρι-χέρι. Τα άλματα τώρα γίνονται σταθερά βήματα και πολλά από τα όνειρα πραγματικότητα. Όμως εσύ κάνεις κι άλλα, κι άλλα και πάντα κυνηγάς την ολοκλήρωση τους. Σαν τον ορειβάτη προσπαθείς να φτάσεις στην κορυφή. Να γευθείς την χαρά της κατάκτησης, της νίκης.
Λίγο ξαπόσταμα και ακολουθεί ο δρόμος της επιστροφής.
Η γνώση και η πείρα σου εξακολουθούν να βαδίζουν χέρι- χέρι, μα τα δικά σου βήματα έχουν ένα ελαφρό τρεμούλιασμα γίνονται όλο και πιο αργά….
Λιγοστεύουν τα όνειρα, περισσεύει ο χρόνος και αρχίζει ο χορός των αναμνήσεων.
Το μεγάλο βελούδινο τόπι ύφασμα που σου φαινόταν ατελείωτο, απλώνεται τώρα πίσω σου και συ γυρνώντας το κεφάλι όλο και πιο συχνά κοιτάζεις την αρχή του…..
Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009
Στον Κωνσταντίνο Καβάφη !
ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΒΑΦΗ
Εφώλιαζε το πάθος εις τα σπλάχνα σου
Και έβγαινε ως μουσική από γλυκόλαλο αηδόνι
Ωσάν πορτραίτο ενός ζωγράφου που αργά
Με πινελιές την σύλληψη του ολοκληρώνει
Σταλαγματιές πικρές σαν δηλητήριο
Η πένα σου άφηνε στο χαρτί
Ενάντια στην ανθρώπινη μικρότητα
Που ‘σβηνε κάθε υπέροχη, χαρούμενη στιγμή
Πονώντας όμως, είτε και σαρκάζοντας
Δεν έχασες ποτέ τον μόνο σου σκοπό
Της μετουσίωσης των πάντων με στωικότητα
Σε άφθαρτο κι αθάνατο κάλλος πνευματικό
Για μιαν Ιθάκη δρόμο μας εχάραξες
Κάνοντας με τα λόγια σου ωραίο το ταξίδι
Της αναζήτησης και του προορισμού
Που κέρδος του και πλούτος του η πείρα που σου δίδει
Στων αθανάτων την σελίδα πέρασε
το όνομά σου κι ο μεστός σου λόγος
που κυοφόρησε περήφανα το πνεύμα σου
ο φιλοσοφικός σκεπτικισμός και ο κρυφός σου πόνος.
Εφώλιαζε το πάθος εις τα σπλάχνα σου
Και έβγαινε ως μουσική από γλυκόλαλο αηδόνι
Ωσάν πορτραίτο ενός ζωγράφου που αργά
Με πινελιές την σύλληψη του ολοκληρώνει
Σταλαγματιές πικρές σαν δηλητήριο
Η πένα σου άφηνε στο χαρτί
Ενάντια στην ανθρώπινη μικρότητα
Που ‘σβηνε κάθε υπέροχη, χαρούμενη στιγμή
Πονώντας όμως, είτε και σαρκάζοντας
Δεν έχασες ποτέ τον μόνο σου σκοπό
Της μετουσίωσης των πάντων με στωικότητα
Σε άφθαρτο κι αθάνατο κάλλος πνευματικό
Για μιαν Ιθάκη δρόμο μας εχάραξες
Κάνοντας με τα λόγια σου ωραίο το ταξίδι
Της αναζήτησης και του προορισμού
Που κέρδος του και πλούτος του η πείρα που σου δίδει
Στων αθανάτων την σελίδα πέρασε
το όνομά σου κι ο μεστός σου λόγος
που κυοφόρησε περήφανα το πνεύμα σου
ο φιλοσοφικός σκεπτικισμός και ο κρυφός σου πόνος.
Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008
ΕΝΑ ΠΆΣΧΑ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ
ΕΝΑ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ
Κάθε χρόνο στην καρδιά της Άνοιξης γιορτάζει η πιο μεγάλη μέρα της χριστιανοσύνης , το Άγιο Πάσχα. Η γιορτή της αγάπης , των άπειρων συναισθημάτων που γεμίζουν κάθε ψυχή, γιορτή πολύχρωμη μιας και η φύση βρίσκεται σε οργασμό και χιλιάδες λουλούδια ανθίζουν χαρίζοντας το μεθυστικό τους άρωμα . Η μέρα μεγαλώνει και ο ουρανός καθαρός γαλάζιος και ξάστερος σε γεμίζει χαρά , αισιοδοξία και τάσεις φυγής προς την ελληνική ύπαιθρο.
Πάντα ήθελα να ζήσω ένα Πάσχα στο χωριό . Πάντα ζήλευα τις διηγήσεις των φίλων μου που αυτές τις ημέρες έφευγαν για τα χωριά τους να περάσουν άλλοι με τους παππούδες τους , άλλοι με τους συγγενείς τους το Πάσχά και η φαντασία μου έφτιαχνε χιλιάδες όμορφες εικόνες . Είχα βλέπετε την ατυχία να είμαι ένα παιδί της πόλης από γονείς πρωτευουσιάνους .
Κάποια χρονιά θυμάμαι οι γονείς μου αποφάσισαν , κατόπιν προσκλήσεως , να περάσουμε το Πάσχα με κάτι φίλους στο χωριό τους . Τι χαρά! Σκεφτόμουν ότι έτσι θα είχα κι εγώ στην επιστροφή μου να διηγηθώ κάτι στο σχολείο , στη δασκάλα μου κάτι από το ελληνικό μου Πάσχα στην ύπαιθρο.
Προορισμός μας ένα ορεινό χωριό της Σπάρτης , καταπράσινο, με τρεχούμενα νερά , ρυάκια, και πολλά δέντρα . Οι πρώτες μου εικόνες σαν φτάσαμε μαγευτικές μετά τα καλωσορίσματα , τα γέλια, τις χαρές,ήρθαν και οι συμβουλές
« προσοχή μην πηγαίνετε στα χόρτα έχει φίδια…»
« το νου σας στους σκορπιούς , μην σας τσιμπήσει κανένας…»
Το παιδικό μου μυαλό άρχισε να φτιάχνει τέρατα και δεν ήθελα να ξεκολλήσω από τα πόδια της μάνας μου . Ντράπηκα τα άλλα παιδιά που με φώναζαν φοβιτσιάρα και σιγά –σιγά ξεθάρρεψα .
Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής ήταν μαγευτικό η μικρή εκκλησία γεμάτη πιστούς που με κατάνυξη έψελναν συνοδεύοντας τον ψάλτη. Τα λιγοστά φώτα του χωριού έσβηναν και χάνονταν μπροστά στις φλόγες από τα κεριά και τα φαναράκια κατά την περιφορά του επιταφίου και η μοσχοβολιά από τις πασχαλιές , τα τριαντάφυλλα ,τα μοσχομπίζελα γέμιζε τον αέρα . Ποτέ δεν θυμάμαι να έχω ξαναζήσει τέτοια περιφορά. Οι ψαλμωδίες , το ω! γλυκύ μου έαρ! Έφτανε στα αυτιά μας σαν ουράνια μελωδία μέσα στη σιγαλιά της νύχτας .
Όμως και η βραδιά της Ανάστασης ήταν ξεχωριστή ακόμα και ο ήχος της καμπάνας σκορπούσε μια μελωδία γλυκιά που χάνονταν κύματα- κύματα στις πλαγιές του βουνού.
« Δεύτε λάβετε φως… και Χριστός Ανέστη»
Βεγγαλικά, τσουγκρίσματα αυγών , αγκαλιάσματα,, ευχές φιλιά, κροτίδες όλος ο κόσμος μια αγκαλιά . Η στιγμή της αγάπης , η ζεστασιά στις καρδιές, για λίγο η αγάπη παίρνει την θέση της κακίας , του μίσους , της έχθρας, όμως πάντα μόνο για λίγο. Αύριο ξημερώνει άλλη μέρα ίδια με τις προηγούμενες…..
Η ζεστή μαγειρίτσα μας περίμενε στο σπίτι και όπως ήταν φυσικό μετά την νηστεία της μεγάλης βδομάδας πέσαμε όλοι ηρωικώς μαχόμενοι στο πιάτο.
Ξημέρωσε και η πολυπόθητη Κυριακή του Πάσχα , από πολύ πρωί ξεκίνησαν οι ετοιμασίες για το μεσημεριανό τραπέζι . Δυο σούβλες με αρνιά , μια με κοκορέτσι και όλοι περνούσαν μικροί και μεγάλοι να γυρίσουν την σούβλα εισπράττοντας το μεζεδάκι τους . Τα τραγούδια έδιναν κι έπαιρναν σε κάθε αυλή και ένα κασετόφωνο έπαιζε τσάμικα, καλαματιανά, παρασύροντας τους πιο γλεντζέδες στο χορό που τσουγκρίζοντας τα ποτήρια έφερναν τις γυροβολιές τους, σκορπώντας ευχές για χρόνια πολλά, και του χρόνου με υγεία …
Παρακολουθούσα τα πάντα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον δεν ήθελα να χάσω ούτε μια στιγμή από το όνειρό μου « ένα Πάσχα στην ελληνική ύπαιθρο» Ώσπου ήρθε η στιγμή που το όνειρό μου έγινε εφιάλτης
Όλη μέρα γύρω μου πετούσαν κάθε λογής ζουζούνια μύγες , μέλισσες, πεταλούδες, σφίγγες, εγώ δεν ήμουν συνηθισμένη σε τέτοιου είδους επισκέπτες και μπορώ να πω ότι όχι μόνο με ενοχλούσαν άλλα τους φοβόμουν κι όλα . Τις έδιωχνα βίαια με το χέρι μου και κάθε φορά που άκουγα ένα βουητό στ’ αυτιά μου έβγαζα άναρθρες κραυγές. Μια σφίγγα με τριγυρνούσε κάμποση ώρα αδιαφορώντας για το χέρι μου που κουνιόταν απειλητικά εναντίον της ώσπου αποφάσισε να μ’ εκδικηθεί δίνοντάς μου μια γερή τσιμπιά στο μάγουλο. Μέσα σε λίγη ώρα έγινα τούμπανο ,Κλάμα, φωνές , πόνος , γιατροσόφια, αμμωνίες , όλοι προσπαθούσαν να με παρηγορήσουν .όμως έμένα μια σφίγγα μου είχε σκοτώσει το όνειρο .
Η επιστροφή μου ήταν γεμάτη γλυκόπικρες αναμνήσεις στη δασκάλα μου ντράπηκα να διηγηθώ την περιπέτειά μου και από τότε την ελληνική ύπαιθρο προτιμώ να την βλέπω σε ωραίους πίνακες ζωγραφικής. Είμαι παιδί της πόλης βλέπετε. Συγχωρέστε με, μα έτσι νιώθω….
Κάθε χρόνο στην καρδιά της Άνοιξης γιορτάζει η πιο μεγάλη μέρα της χριστιανοσύνης , το Άγιο Πάσχα. Η γιορτή της αγάπης , των άπειρων συναισθημάτων που γεμίζουν κάθε ψυχή, γιορτή πολύχρωμη μιας και η φύση βρίσκεται σε οργασμό και χιλιάδες λουλούδια ανθίζουν χαρίζοντας το μεθυστικό τους άρωμα . Η μέρα μεγαλώνει και ο ουρανός καθαρός γαλάζιος και ξάστερος σε γεμίζει χαρά , αισιοδοξία και τάσεις φυγής προς την ελληνική ύπαιθρο.
Πάντα ήθελα να ζήσω ένα Πάσχα στο χωριό . Πάντα ζήλευα τις διηγήσεις των φίλων μου που αυτές τις ημέρες έφευγαν για τα χωριά τους να περάσουν άλλοι με τους παππούδες τους , άλλοι με τους συγγενείς τους το Πάσχά και η φαντασία μου έφτιαχνε χιλιάδες όμορφες εικόνες . Είχα βλέπετε την ατυχία να είμαι ένα παιδί της πόλης από γονείς πρωτευουσιάνους .
Κάποια χρονιά θυμάμαι οι γονείς μου αποφάσισαν , κατόπιν προσκλήσεως , να περάσουμε το Πάσχα με κάτι φίλους στο χωριό τους . Τι χαρά! Σκεφτόμουν ότι έτσι θα είχα κι εγώ στην επιστροφή μου να διηγηθώ κάτι στο σχολείο , στη δασκάλα μου κάτι από το ελληνικό μου Πάσχα στην ύπαιθρο.
Προορισμός μας ένα ορεινό χωριό της Σπάρτης , καταπράσινο, με τρεχούμενα νερά , ρυάκια, και πολλά δέντρα . Οι πρώτες μου εικόνες σαν φτάσαμε μαγευτικές μετά τα καλωσορίσματα , τα γέλια, τις χαρές,ήρθαν και οι συμβουλές
« προσοχή μην πηγαίνετε στα χόρτα έχει φίδια…»
« το νου σας στους σκορπιούς , μην σας τσιμπήσει κανένας…»
Το παιδικό μου μυαλό άρχισε να φτιάχνει τέρατα και δεν ήθελα να ξεκολλήσω από τα πόδια της μάνας μου . Ντράπηκα τα άλλα παιδιά που με φώναζαν φοβιτσιάρα και σιγά –σιγά ξεθάρρεψα .
Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής ήταν μαγευτικό η μικρή εκκλησία γεμάτη πιστούς που με κατάνυξη έψελναν συνοδεύοντας τον ψάλτη. Τα λιγοστά φώτα του χωριού έσβηναν και χάνονταν μπροστά στις φλόγες από τα κεριά και τα φαναράκια κατά την περιφορά του επιταφίου και η μοσχοβολιά από τις πασχαλιές , τα τριαντάφυλλα ,τα μοσχομπίζελα γέμιζε τον αέρα . Ποτέ δεν θυμάμαι να έχω ξαναζήσει τέτοια περιφορά. Οι ψαλμωδίες , το ω! γλυκύ μου έαρ! Έφτανε στα αυτιά μας σαν ουράνια μελωδία μέσα στη σιγαλιά της νύχτας .
Όμως και η βραδιά της Ανάστασης ήταν ξεχωριστή ακόμα και ο ήχος της καμπάνας σκορπούσε μια μελωδία γλυκιά που χάνονταν κύματα- κύματα στις πλαγιές του βουνού.
« Δεύτε λάβετε φως… και Χριστός Ανέστη»
Βεγγαλικά, τσουγκρίσματα αυγών , αγκαλιάσματα,, ευχές φιλιά, κροτίδες όλος ο κόσμος μια αγκαλιά . Η στιγμή της αγάπης , η ζεστασιά στις καρδιές, για λίγο η αγάπη παίρνει την θέση της κακίας , του μίσους , της έχθρας, όμως πάντα μόνο για λίγο. Αύριο ξημερώνει άλλη μέρα ίδια με τις προηγούμενες…..
Η ζεστή μαγειρίτσα μας περίμενε στο σπίτι και όπως ήταν φυσικό μετά την νηστεία της μεγάλης βδομάδας πέσαμε όλοι ηρωικώς μαχόμενοι στο πιάτο.
Ξημέρωσε και η πολυπόθητη Κυριακή του Πάσχα , από πολύ πρωί ξεκίνησαν οι ετοιμασίες για το μεσημεριανό τραπέζι . Δυο σούβλες με αρνιά , μια με κοκορέτσι και όλοι περνούσαν μικροί και μεγάλοι να γυρίσουν την σούβλα εισπράττοντας το μεζεδάκι τους . Τα τραγούδια έδιναν κι έπαιρναν σε κάθε αυλή και ένα κασετόφωνο έπαιζε τσάμικα, καλαματιανά, παρασύροντας τους πιο γλεντζέδες στο χορό που τσουγκρίζοντας τα ποτήρια έφερναν τις γυροβολιές τους, σκορπώντας ευχές για χρόνια πολλά, και του χρόνου με υγεία …
Παρακολουθούσα τα πάντα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον δεν ήθελα να χάσω ούτε μια στιγμή από το όνειρό μου « ένα Πάσχα στην ελληνική ύπαιθρο» Ώσπου ήρθε η στιγμή που το όνειρό μου έγινε εφιάλτης
Όλη μέρα γύρω μου πετούσαν κάθε λογής ζουζούνια μύγες , μέλισσες, πεταλούδες, σφίγγες, εγώ δεν ήμουν συνηθισμένη σε τέτοιου είδους επισκέπτες και μπορώ να πω ότι όχι μόνο με ενοχλούσαν άλλα τους φοβόμουν κι όλα . Τις έδιωχνα βίαια με το χέρι μου και κάθε φορά που άκουγα ένα βουητό στ’ αυτιά μου έβγαζα άναρθρες κραυγές. Μια σφίγγα με τριγυρνούσε κάμποση ώρα αδιαφορώντας για το χέρι μου που κουνιόταν απειλητικά εναντίον της ώσπου αποφάσισε να μ’ εκδικηθεί δίνοντάς μου μια γερή τσιμπιά στο μάγουλο. Μέσα σε λίγη ώρα έγινα τούμπανο ,Κλάμα, φωνές , πόνος , γιατροσόφια, αμμωνίες , όλοι προσπαθούσαν να με παρηγορήσουν .όμως έμένα μια σφίγγα μου είχε σκοτώσει το όνειρο .
Η επιστροφή μου ήταν γεμάτη γλυκόπικρες αναμνήσεις στη δασκάλα μου ντράπηκα να διηγηθώ την περιπέτειά μου και από τότε την ελληνική ύπαιθρο προτιμώ να την βλέπω σε ωραίους πίνακες ζωγραφικής. Είμαι παιδί της πόλης βλέπετε. Συγχωρέστε με, μα έτσι νιώθω….
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












